Τελευταία Νέα - Last News

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Δεξαμενή από τα μάτια του Κώστα Βάρναλη


Πλατεία Δεξαμενής 19 αιώνα

     Στα απομνημονεύματά του ο Κώστας Βάρναλης λέει ότι ανέβηκε στη Δεξαμενή το 1906 και σημειώνει:
     “Εκεί απάνου βρήκα μαζί με τα ψηλά δέντρα, τον καθαρόν αέρα, τον ήλιο και τη μακρινή θέα του Σαρωνικού, που με μεθούσε με τη γαληνάδα του και τ’ αστράμματά του, τον καλύτερον εαυτό μου… Η Δεξαμενή τότε, είχε όλη της τη φυσική ομορφιά. Δεν είχε μαρμάρινες σκάλες, δεν ήταν σφιγμένη σε… κορσέδες από πέτρινα ντουβάρια και σιδερένια κάγκελα. Χαιρότανε το ψήλος της και τη λευτεριά της μακριά από τη βέβηλη πολιτεία. Οι λεύκες της ψηλές και ρωμαλέες από τις ωραιότερες της Αθήνας, χαρίζανε το δροσερό τους ίσκιο στους ερημίτες της νεοελληνικής λογοτεχνίας και μια βρύση στη μέση έτρεχε αδιάκοπα μέρα και νύχτα και αχολογούσε φλύαρα και χαρούμενα σαν ένα πλήθος από πουλιά. Τις νύχτες του φθινοπώρου, όταν φυσούσε ο βοριάς και βογκούσανε οι λεύκες και τα πεσμένα φύλλα χορεύανε, ο αχός της βρύσης έπαιρνε τον πιο μελαγχολικό τόνο. Σχεδόν με τρόμαζε”.
     Η Δεξαμενή στο Κολωνάκι, το 1936
Ο Βάρναλης γράφει πως η Δεξαμενή εκείνα τα χρόνια δεν ήταν πλατεία, αλλά ένας λόφος. Δεν είχαν χτιστεί ακόμη τα τετράψηλα σπίτια, που την κάνανε να πεθάνει από μαρασμό και που διώξανε από τις φωλιές τους όλους σχεδόν τους παλιούς της εραστές του ποιητικού ονείρου. Πού να την έβλεπε σήμερα τη Δεξαμενή ο Βάρναλης. Πώς έγινε αυτή η όμορφη γωνιά της Αθήνας.
     Για το καφενείο του κυρ – Γιάννη, που ήταν στη Δεξαμενή και είχε πελάτες τους λογίους, λέει ο Βάρναλης ότι, δίπλα στο τζάκι, είχανε ένα σιδερένιο τραπέζι δικό τους κι απάνου στο περβάζι σωρός τα βιβλία τους, επιστημονικά και λογοτεχνικά. Ο αέρας το χειμώνα έμπαινε από τις χαραμάδες της παράγκας και τους θέριζε. Χαρακτηρίζει το καφενείο άσυλο φιλόξενο, γιατί εκεί μέσα, μαζί με κάποιους άλλους συμφοιτητές του, μελετούσαν και πήρανε το δίπλωμά τους.
     Ο Βάρναλης έζησε έντονα σαν φοιτητής εκείνα τα ευλογημένα χρόνια της Δεξαμενής και ομολογεί πως μαζί με άλλους “Μαλλιαρούς”, είχανε γίνει η μάστιγα της συνοικίας. Με τις ατέλειωτες συζητήσεις τους, τις φωνές τους και τα γέλια τους δεν άφηναν τους γέρους να διαβάζουνε την εφημερίδα τους, αλλά δεν άφηναν και τους γείτονες να κοιμηθούνε τα μεσημέρια και τις νύχτες. Βρίσκονταν αυτός και οι συμφοιτητές του στην ηλικία των ανοιξιάτικων ερώτων. Ηταν ρομαντικοί, εξώκοσμοι, κακοντυμένοι και δεν τολμούσαν να προσφέρουν την καρδιά τους σε κανένα κορίτσι της γειτονιάς. Γράφει στα απομνημονεύματά του:
     “Αγαπούσαμε μονάχα “εξ αποστάσεως” όλοι μαζί το ίδιο κορίτσι στην οδό Δεινοκράτους και του κάναμε τις νύχτες καντάδες. Και ποτές δεν τσακωθήκαμε γι’ αυτό τον κοινό καημό. Δεν είχε καμιά προοπτική να καταλήξει σε τίποτα.