Τελευταία Νέα - Last News

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Η Ιστορία μιας χελώνας στην Αθήνα του 19ου αιώνα: (Α΄ ΜΕΡΟΣ)

Α΄ ΜΕΡΟΣ

Η Κυρία Γλυκερία διηγείται

     Ο Φοίβος είχε μία πολύ παράξενη ημέρα, γιατί η δασκάλα τους είχε μιλήσει για την Αθήνα που ήταν κάποτε πολύ μικρή, ένα χωριό με λίγους κατοίκους και πολλούς αγρούς. Ο Φοίβος δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η πόλη του ήταν κάποτε ένα χωριό. Ζούσε με την οικογένεια του στα Πατήσια, σε μία πυκνοκατοικημένη περιοχή που δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα μπορούσε αυτό το μέρος να ήταν μία αγροτική περιοχή.
     Το απόγευμα, συνάντησε στο πάρκο τη φίλη του τη Λητώ και της είπε γι' αυτά που έμαθε στο σχολείο. Εκείνη δεν παραξενεύτηκε καθόλου, γιατί είχε ακούσει πολλές ιστορίες από τη γιαγιά της για το πώς ήταν η παλιά Αθήνα. Τότε, άρχισε να διηγείται στον Φοίβο το όνειρο, που είχε δει πριν κάποιες μέρες.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μία χελωνίτσα που την έλεγαν Λητώ. Ζούσε με την οικογένεια της στο λόφο του Λυκαβηττού. Της άρεσε πάρα πολύ, γιατί εκεί ζούσαν πολλά ζωάκια, με τα οποία η Λητώ έκανε παρέα. Οι παππούδες της Λητούς είχαν γεννηθεί στον Βοτανικό. Η γιαγιά και ο παππούς της ζούσαν παλιά, στον Κεραμεικό. Τότε η Αθήνα ήταν πολύ μικρή και είχε ποτάμια, γεφυρούλες και πολλούς χωματόδρομους. Η γιαγιά της η κυρία Γλυκερία της έλεγε πολλές ιστορίες για την παλιά Αθήνα, για τότε που ζούσε στον Κεραμεικό μαζί με τον άντρα της τον Αγαθοκλή.
     Μιλούσε για τον Ηριδανό ποταμό και για την Μπουμπουνίστρα, την πηγή που τρόμαζε όλα τα ζωάκια λόγω του θορύβου, που έκανε η ορμή του ποταμού. Η Λητώ έβρισκε πολύ αστεία μία ιστορία που της είχε πει η γιαγιά για την φίλη της, την κυρία Φιλοθέη, που ήταν η πιο κοκέτα χελώνα της εποχής. Αυτή λοιπόν καθόταν μια μέρα στην όχθη του ποταμού, κοντά στην πηγή της Μπουμπουνίστρας, όταν το ορμητικό νερό την παρέσυρε και την έβγαλε στον Βοϊδοπνίχτη, σ' ένα χείμαρρο που εκείνη την εποχή κατέβαινε από την οδό Σταδίου. Αλλού το καθρεφτάκι της κυρίας Φιλοθέης και αλλού το κραγιόν της! Καταστροφή!
     Άσε που εκεί ήταν και ο κύριος Φρίξος, ο βάτραχος, που φλέρταρε την κυρία Φιλοθέη. Η κυρία Γλυκερία γέλασε τόσο πολύ όταν της διηγήθηκε την ιστορία, σε σημείο που τη λυπήθηκε την καημένη την κυρία Φιλοθέη, γιατί όπως και να το κάνουμε όλοι θέλουμε να δείχνουμε ωραίοι!
     Η Λητώ ήταν περίεργη για το πώς μπορούσε να ήταν η Αθήνα εκείνα τα χρόνια, με ποτάμια και ρυάκια, με χωματόδρομους και με δέντρα. Σήμερα το μόνο που έβλεπε η Λητώ ήταν τσιμέντο και πολύ λίγο πράσινο. Δυστυχώς δεν υπήρχε καθόλου νερό, κανένα ποτάμι από αυτά που της έλεγε η γιαγιά της, ούτε ρυάκι, ούτε λιμνούλες. Εκεί που σκεφτόταν, περιφερόμενη έξω από το εκκλησάκι του Άη - Γιώργη στον Λυκαβηττό, ήρθε ο Αγαπήνωρ, ο λαγός, που ήταν ο φίλος της Λητούς.
    - Εϊ Λητώ που χαζεύεις; Τι σκέφτεσαι;
    - Γεια σου Αγαπήνορα, δε σε πρόσεξα, ήσουν εδώ;
    - Μα καλά δεν με είδες που έτρεχα στο λόφο σαν αστραπή;
    - Ναι είδα κάτι μικρό να τρέχει, αλλά σε πέρασα για κοτρόνα που κουτρουβαλούσε στο λόφο.
    - Ααα! Λητώ νομίζω δεν έχεις όρεξη σήμερα, τι έγινε; Τι σου συνέβη;
    - Σκεφτόμουν πως ήταν η Αθήνα παλιά και πως έγινε! Και μελαγχόλησα.
    - Ε καλά και τι σε νοιάζει εσένα; Μήπως ζούσες στην παλιά Αθήνα και τώρα την αναπολείς;
    - Μα καλά δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ πιο ωραία θα ήταν η Αθήνα του 19ου αιώνα με τα ποτάμια και τα ρυάκια, όπως μας λένε ότι ήταν; Σκέψου ότι από εδώ, που είμαστε τώρα, κατέβαινε ο Ηριδανός ποταμός κι έφτανε μέχρι κάτω το Κεραμεικό! Για φαντάσου να υπήρχε εδώ ένα ποτάμι που θα μπορούσαμε να κολυμπούσαμε και να φτάναμε μέχρι κάτω!
    - Μμμ ωραίο ακούγεται! Θα μπορούσα να έκανα και κανό!
    - Ναι αλλά τώρα το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι ηλιοθεραπεία πάνω στο βράχο.
    - Αλήθεια; Βρίσκεις πολύ άσπρο το δέρμα μου; Πρέπει να μαυρίσω;
    - Αγαπήνορα συγκεντρώσου! Λοιπόν, μου ήρθε μια ιδέα!
    - Ωχ!
    - Σσς, άκου! Τι θα έλεγες να πάμε μέχρι τον Κεραμεικό να εξερευνήσουμε την περιοχή και να δούμε αν υπάρχουν ίχνη νερού;
    - Και τι είμαστε εμείς ιστορικοί;
    - Εγώ όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω ιστορικός-αρχαιολόγος!
    - Ναι αλλά εγώ δεν θέλω, άρα γιατί να τρέχω μαζί σου; Άσε που δεν μπορείς να τρέξεις και θα πρέπει να πηγαίνουμε αργά-αργά σα χελώνες και θα κάνουμε πάρα πολύ χρόνο για να φτάσουμε ως εκεί!
    - Εγώ φταίω, που πρέπει να κουβαλάω και το σπίτι μου μαζί κάθε φορά που πρέπει να πάω κάπου; Έπειτα σε θέλω μαζί μου για να με προσέχεις, διότι στους δρόμους της Αθήνας είναι πολύ δύσκολο να μπορέσει να επιβιώσει το είδος της χελώνας.
    - Καλά εντάξει, θα έρθω μαζί σου, τι να σε κάνω. Μία φίλη έχω!
    - Σε ευχαριστώ! Είσαι ο πιο γλυκός λαγός του κόσμου!
     Η γιαγιά της Λητούς της είχε πει για ωραία τοπία και γα ποταμάκια και ρυάκια, όπου ζούσαν πολλές χελώνες και άλλα ζωάκια. Η Λητώ και ο Αγαπήνωρ ξεκίνησαν λοιπόν για τον Κεραμεικό. Το βράδυ έφτασαν στο Σύνταγμα.
    - Πάμε να περάσουμε το βράδυ στον Εθνικό Κήπο. Το ξέρεις ότι παλιά λεγόταν Βασιλικός κήπος γιατί φτιάχτηκε την εποχή του Βασιλιά Όθωνα με φυτά, που παρήγγειλε η Βασίλισσα Αμαλία;
    - Αλήθεια λες; Πρέπει να ήταν πολύ ωραία κάποτε εδώ.
    - Και τώρα είναι ένας μικρός παράδεισος στο κέντρο της Αθήνας, αλλά αρκετά αλλαγμένος από παλιά. Έλα να ξεκουραστούμε σε αυτό εδώ το παγκάκι.